Η Νόσος
Δημοσιεύθηκε τις 03 Μαΐου 2009 στη θεματική κατηγορία Εν Συντομία. 2 Σχόλια
Συντάκτης: Δημήτρης
-Γιατρέ μου, δεν αισθάνομαι καθόλου καλά. Τον τελευταίο καιρό, είμαι χάλια, έχω αρρωστήσει βαριά. Σας παρακαλώ, σώστε με, μάλλον χάνω τη ζωή μου…
- Μην ανησυχείτε κύριε Ελληνόπουλε, είστε σε καλά χέρια. Ότι κι αν έχετε, θα το αντιμετωπίσουμε. Θα σας γράψω κάποιες εξετάσεις που θα ήθελα να κάνετε και θα δούμε τι τρέχει με τον οργανισμό σας.
-Μα, γιατρέ, σας λέω, τα πράγματα είναι σοβαρά. Μπορεί να μην ζω όταν θα βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Χρειάζομαι αμέσως φάρμακα.
- Είστε υπερβολικός, αγαπητέ μου. Πιστεύετε πως θα σας άφηνα να πεθάνετε έτσι απλά; Κι εμένα, μετά, ποιος θα με πληρώσει;
- Μα, τι λέτε, γιατρέ;
- Αστειεύομαι, κύριε Ελληνόπουλε. Μην αγχώνεστε. Πείτε μου, σας παρακαλώ, πότε ξεκινήσατε να μην αισθάνεστε καλά;
- Γιατρέ μου, το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα, άρχισε να πονάει το στομάχι μου.
Ανησύχησα λιγάκι, γιατί δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Βλέπετε, φέτος δεν έφαγα πολύ, λόγω της οικονομικής κρίσης, καταλαβαίνετε…
- Βεβαίως καταλαβαίνω, αγαπητέ μου. Λιτότητα…
- Που λέτε, λοιπόν, εκτός από δυο κατσικάκια που ψήσαμε στο χωριό, λίγο κοντοσούβλι, πέντε κιλά κοκορέτσι, λίγα σαλαμάκια, λίγο μαύρο χαβιάρι, τέσσερα πασχαλινά αυγά και μια γαβάθα τζατζίκι, δεν έφαγα τίποτα άλλο.
Όχι πως δεν ήθελα, αλλά ξέρετε τώρα, επιχειρηματίας είμαι, που να βρω χρήματα για να αγοράσω περισσότερα, εν μέσω αυτής της οικονομικής καταστροφής;
- Έχετε δίκιο, οι καιροί είναι δύσκολοι…
- Στην επιστροφή από το χωριό, τη Δευτέρα, σταματήσαμε σε μια καφετέρια με την οικογένεια, για να ξεμουδιάσουμε λίγο, μετά από τόσες ώρες ταξιδιού.
Πάρκαρα το τζιπ, καθίσαμε σε ένα τραπέζι και παρήγγειλα έναν freddo.
Τι το ήθελα; Μετά την πρώτη γουλιά, με έπιασε κόψιμο. Έτρεξα αμέσως στην τουαλέτα και ευτυχώς κατάφερα να μπω αμέσως, αφού πριν από εμένα, περίμενε μόνο ένας ανάπηρος, οπότε ήταν σχετικά εύκολο να του πάρω τη σειρά. Δόξα τω Θεό.
- Είχατε μεγάλη τύχη, μέσα στην ατυχία σας, κύριε Ελληνόπουλε…
- Τύχη βουνό, γιατρέ μου. Τελειώνοντας την αφόδευση, ξαναγύρισα στο τραπέζι μας και αποφάσισα να μην πιώ τον freddo, αλλά να παραγγείλω ένα Perrier.
Αν και όταν το ήπια, το στομάχι μου ησύχασε λίγο, το βράδυ, στο σπίτι, παρουσίαστηκαν νέα προβλήματα.
- Σας πόνεσε πάλι το στομάχι σας;
- Όχι, ακόμα χειρότερα. Παρακολουθούσαμε με τη γυναίκα μου, μια εκπομπή στην τηλεόραση. Ξέρετε, μια από αυτές τις συζητήσεις που έχουν όλοι δίκιο. Το θέμα της ήταν οι απολύσεις και οι χρεωκοπίες λόγω της κρίσης.
Κάποια στιγμή, η γυναίκα μου μονολόγησε ¨έτσι όπως πάει η κατάσταση, θα αναγκαστούμε να πουλήσουμε το κότερο και κάποια από τα αυτοκίνητά μας, για να τα βγάλουμε πέρα¨. Δεν της έδωσα σημασία. ¨Αν υπάρχει Θεός¨ σκέφτηκα, ¨δεν πρόκειται να μας αφήσει να χάσουμε το κότερό μας¨.
Λίγο αργότερα, η γυναίκα μου ξεκίνησε να με χαϊδεύει. Παρόλο που ερεθίστηκα, δεν ανταποκρίθηκα αμέσως στο ερωτικό της κάλεσμα, γιατί τη στιγμή εκείνη, στην εκπομπή μιλούσε ο κύριος Βολεμένος, ένα από τα ιδρυτικά στελέχη της Αντικαπιταλιστικής Συμμαχίας, ο οποίος εξηγούσε στο πάνελ, πως δεν θα έπρεπε να πληρώσουν την κρίση, οι λαϊκές τάξεις.
Η τοποθέτηση του, με συγκίνησε, αφού παρόλο που μένω στην Κηφισιά και μου ανήκουν δυο εμπορικά μαγαζιά και μια πολυκατοικία, αισθάνομαι βαθιά μέσα μου, ότι εκεί ανήκω πραγματικά: στις λαϊκές τάξεις. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να αφοσιωθώ στις επιθυμίες της Σούλας, τη στιγμή που ένας άνθρωπος, υπεράσπιζε το δίκιο μου, μπροστά στο πανελλήνιο. Δεν είμαι κανένα γαϊδούρι, ώστε να αδιαφορήσω και να κοιτάξω μόνο τη δική μου ικανοποίηση. Είμαι αγωνιστής εγώ, γιατρέ μου…
- Και πολύ καλά κάνατε. Μπράβο σας…
- Όταν ο κύριος Βολεμένος τελείωσε, σκέφτηκα πως δεν έπρεπε να παραμελήσω περεταίρω, τη γυναίκα μου. Την πήρα στην αγκαλιά μου, λοιπόν, και άρχισα να την φιλάω και να την χαϊδεύω. Λίγα λεπτά αργότερα, είχαμε μείνει γυμνοί και κάναμε έρωτα.
- Ακόμα καλύτερα, κύριε μου. Πως ήταν;
- Καταπληκτικά, γιατρέ, η Σούλα είναι πύραυλος στο κρεβάτι. Έχω και βίντεο στο κινητό μου, να σας δείξω, αν θέλετε.
- Ίσως αργότερα, κύριε Ελληνόπουλε. Συνεχίστε…
- Κάποια στιγμή, ενώ όλα πήγαιναν περίφημα, ξεκίνησα, χωρίς να το θέλω, να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να συμβεί, αν η οικονομική κρίση συνεχιστεί και χειροτερεύσει.
Φανταζόμουν τον εαυτό μου, φτωχό, χωρίς κότερο, με κινητό των 100 ευρώ, με μια μόνο Mercedes, χωρίς πρώτο τραπέζι στα μπουζούκια, χωρίς διακοπές στο εξωτερικό, χωρίς οθόνη 120 ιντσών δίπλα στο τζακούζι.
Αγχώθηκα, αλλά προσπάθησα να το κρύψω, για να μην καταλάβει τίποτα η Σούλα, η οποία είχε ήδη έλθει δυο φορές σε οργασμό και ετοιμαζόταν για την τρίτη.
Οι απαίσιες αυτές σκέψεις, όμως, και τα οράματα που έβλεπα, συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Όσο κι αν προσπαθούσα να τις διώξω από το νου μου, αυτές αυξάνονταν. Πλέον δεν μπορούσα να ορίσω το μυαλό μου, ήταν σαν να λειτουργούσε αυτόνομα, σαν να με βομβάρδιζε, παρά τη θέλησή μου, με εικόνες αποτρόπαιες, για κάποιον άγνωστο λόγο. Όπως καταλαβαίνετε, έχασα τη στύση μου.
Η Σούλα, συνέχισε να βογκάει εκστασιασμένη και να μου λέει ¨έτσι μωρό μου, έτσι, δώστον μου ακόμα πιο βαθιά¨, παρόλο που είχα ήδη βγει από μέσα της και είχα ανάψει τσιγάρο.
Όταν το κατάλαβε, λίγα λεπτά αργότερα, σηκώθηκε από το κρεβάτι ταραγμένη και άρχισε να με βρίζει, λέγοντάς μου πως αυτό το έπαθα επειδή υπάρχει κάποια άλλη στη ζωή μου και αυτή δεν με ελκύει πια.
Της απάντησα πως δεν ξέρω τι μου συνέβη, της εξήγησα τα πάντα για τις σκέψεις που κυρίευσαν ξαφνικά το μυαλό μου και της είπα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να την κερατώσω, δεν δέχτηκε όμως τις εξηγήσεις μου και αφού έσπασε δυο βάζα και μια κορνίζα, πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της, για να καλέσει τη μάνα της και να της πει πως χωρίζουμε.
Τη στιγμή που η μάνα της, της έλεγε ¨στα είχα πει εγώ για τον αχαΐρευτο, αλλά εσύ δεν με άκουγες¨, το στομάχι μου άρχισε ξανά να πονάει.
Πήγα στην τουαλέτα και έκανα εμετό, αποβάλλοντας από τον οργανισμό μου τις δυο μπύρες, την πίτσα, το προφιτερόλ και τα τσιπς που είχα φάει για βραδινό.
- Όλα δείχνουν, πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το στομάχι σας, αγαπητέ. Την επόμενη ημέρα, όμως, γιατί δεν με επισκεφθήκατε, ώστε να το αντιμετωπίσουμε;
- Θα ερχόμουν να με εξετάσετε, αλλά δεν πρόλαβα, αφού όλη την ημέρα, προσπαθούσα να πείσω τη Σούλα, να μην φύγει από το σπίτι.
- Τελικά τα καταφέρατε; Έμεινε;
- Μου στοίχισε 2500 ευρώ και μια επίσκεψη στο κοσμηματοπωλείο της γειτονιάς, αλλά τα κατάφερα. Κατάλαβε το λάθος της και μου ζήτησε, μάλιστα, και συγνώμη.
- Έτσι είναι οι γυναίκες, θέλουν το χρόνο τους…
- Το βράδυ εκείνο, αν και πονούσα, κοιμήθηκα σχετικά καλά. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας και ενώ οι ενοχλήσεις στο στομάχι μου, συνέχιζαν να με ταλαιπωρούν, συναντήθηκα με δυο φίλους μου, σε ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι μου. Ήμουν αποφασισμένος να μην πιώ αλκοόλ, λόγω των πόνων, και πραγματικά τήρησα για δυο ολόκληρες ώρες αυτή την υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου. Κάποια στιγμή, όμως, στο μπαρ μπήκε μια παρέα φοιτητριών. Κούκλες και οι τρείς. Έκατσαν στο απέναντι τραπέζι και συνεχώς μας κοίταζαν, χαμογελώντας. Ο Κώστας, ένας από τους φίλους μου, πρότεινε να τις κεράσουμε σφηνάκια. Εγώ, αρχικά, δεν ήθελα να πιώ, αλλά μετά το πρόσφατο πλήγμα που είχε δεχθεί ο ανδρισμός μου, δεν μπορούσα να μην υποκύψω.
- Σας καταλαβαίνω κύριε Ελληνόπουλε. Αυτό που σας συνέβη ήταν τραγικό. Ο οποιοσδήποτε στη θέση σας, θα αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο.
- Χαίρομαι που με νιώθετε, γιατρέ μου. Που λέτε, κεράσαμε σφηνάκια τα κορίτσια, μετά πήραμε και ποτά, ύστερα ανοίξαμε ένα μπουκάλι ουίσκι και στο τέλος, γνωριστήκαμε με τα αγόρια τους, που ήρθαν να τις πάρουν για να πάνε όλοι μαζί σε ένα πάρτι που γινόταν σε ένα άλλο μπαρ.
Έτσι, μείναμε εμείς οι τρείς, μεθυσμένοι και απογοητευμένοι για την τροπή της ιστορίας, να πίνουμε το ουίσκι που είχε μείνει στο μπουκάλι.
Ε, περιττό να σας πω, πως εκείνο το βράδυ δεν κατάφερα να κοιμηθώ από τους πόνους, νόμιζα πως το στομάχι μου είχε κολλήσει στην πλάτη μου.
Το πρωί, ένιωθα το κεφάλι μου να καίει. Πήρα τρία ντεπόν και ένα χάπι για το στομάχι, ξάπλωσα στο κρεβάτι και περίμενα. Μετά από μισή ώρα, αποφάσισα να βάλω θερμόμετρο. Είχα πυρετό, 39 και 5. Απελπίστηκα. Πήρα ακόμα δυο ντεπόν και ένα ηρεμιστικό και σκέφτηκα πως δεν πήγαινε άλλο η κατάσταση, έπρεπε οπωσδήποτε να με δει γιατρός.
- Κάλλιο αργά, παρά ποτέ…
- Αυτό ακριβώς σκέφτηκα και εγώ. Επειδή, όμως, δεν είχα κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ, αποφάσισα να ξεκουραστώ λιγάκι και να σας επισκεφθώ μετά, μόλις ξυπνούσα.
Έκλεισα, λοιπόν, τα μάτια μου, αποκοιμήθηκα και ξύπνησα 20 ώρες αργότερα. Προφανώς, τα φάρμακα που είχα πιει, είχαν δράσει με έναν παράξενο τρόπο, προκαλώντας μου δυνατή υπνηλία.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι, πήγα στο μπάνιο για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου και κατέβηκα στον κάτω όροφο, για να βρω τη Σούλα. Τη συνάντησα στην κουζίνα, να βάφει τα νύχια των ποδιών της. Μόλις με είδε, είπε ¨σε άφησα να κοιμηθείς λίγο παραπάνω γιατί η μάνα μου, μου είπε πως ο ήλιος θρέφει το παιδί κι ο ύπνος το μοσχάρι¨ και ξεκίνησε να γελάει. Της εξήγησα πως η μητέρα της, είχε μπερδέψει λίγο την παροιμία και έφτιαξα καφέ.
Κατά έναν περίεργο τρόπο, το στομάχι μου δεν πονούσε πια. Ένιωθα πολύ καλύτερα.
- Ώστε γι’ αυτό καθυστερήσατε κι άλλο, να έρθετε να σας δω…
- Γι’ αυτό, γιατρέ μου. Αισθανόμουν καλά, ο ύπνος με είχε βοηθήσει. Τις επόμενες ημέρες, δεν είχα ενοχλήσεις στο στομάχι, η στύση μου ήταν κανονική, το κεφάλι μου δεν πονούσε και είχα πιστέψει πως η ταλαιπωρία που έζησα, άνηκε πια στο παρελθόν.
Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι χθες το βράδυ…
- Τι έγινε χθες;
- Η γυναίκα μου, όταν επέστρεψα από τη δουλειά, μου είπε πως ήθελε να φάμε έξω. Εγώ ήθελα να δω ποδόσφαιρο στην τηλεόραση και προσπάθησα να τη μεταπείσω, προτείνοντάς της να βγούμε έξω αργότερα, για ποτό, δεν τα κατάφερα όμως. Ήταν ανένδοτη. Με ενημέρωσε πως προσφάτως, είχε ανοίξει στην περιοχή μας ένα Μεξικάνικο εστιατόριο, που όλοι έλεγαν πως ήταν καταπληκτικό. Μου είπε, πως τα κρέατα του, ήταν από το Μεξικό και πως η χοιρινή μπριζόλα του, ήταν πεντανόστιμη – όσοι την είχαν γευτεί, είχαν ενθουσιαστεί.
Το επιχείρημα για τη μπριζόλα του νέου εστιατορίου, ομολογώ πως με έπεισε. Λατρεύω το χοιρινό κρέας και στο άκουσμα αυτής της πληροφορίας, δεν μπόρεσα να αντισταθώ.
- Από πού είπατε πως ήταν το χοιρινό του εστιατορίου;
- Από το Μεξικό…
- Καλώς, συνεχίστε…
- Ετοιμαστήκαμε, λοιπόν, μπήκαμε στο τζιπ και φύγαμε για το εστιατόριο.
Μετά από 5 λεπτά, φτάσαμε. Καθίσαμε σε ένα τραπέζι που βρισκόταν ακριβώς μπροστά από την ορχήστρα, παραγγείλαμε τις μπριζολίτσες μας και ένα μπουκάλι κρασί και πιάσαμε την κουβέντα.
Λίγο αργότερα, κατέφθασε το φαγητό, το οποίο ήταν όντως πεντανόστιμο και αφού φάγαμε τα πρώτα, παραγγείλαμε μια επανάληψη, απολαμβάνοντας τη μουσική του γκρουπ και το εξαιρετικό κρασί, ζητήσαμε το λογαριασμό, πληρώσαμε και ύστερα, πήραμε το δρόμο της επιστροφής.
Φτάνοντας στο σπίτι, εγώ άρχισα να ιδρώνω. Η Σούλα, που το παρατήρησε, μου είπε πως μάλλον θα με πείραξε η καυτερή σάλτσα. Συμφώνησα και άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου.
Τη στιγμή που έβγαζα το παντελόνι μου, φτερνίστηκα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, φτερνίστηκα ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Φτερνιζόμουν ακατάπαυστα για δέκα ολόκληρα λεπτά. Η Σούλα είχε αρχίσει να ανησυχεί.
Στο μεταξύ, ένιωθα το στομάχι μου να ανακατεύεται. Μετά το τελευταίο φτέρνισμα, κάθισα σε μια πολυθρόνα και πήρα βαθιές ανάσες. Ήμουν χάλια. Οι πόνοι στο στομάχι, είχαν επιστρέψει. Ήταν ακριβώς οι ίδιοι, με αυτούς που ένιωθα πριν λίγες ημέρες.
Το είπα στη γυναίκα μου και αυτή απάντησε ¨ίσως δεν ήταν καλή ιδέα να φας δυο μπριζόλες¨.
Δεν πρόλαβα να συμφωνήσω μαζί της, αφού στο άκουσμα της τελευταίας λέξης, έτρεξα προς το μπάνιο, για να κάνω εμετό.
¨Όχι πάλι τα ίδια, Χριστέ μου¨ σκέφτηκα, τη στιγμή που σήκωνα το λευκό καπάκι της τουαλέτας και στόχευα με προσοχή, ώστε να μην λερώσω τα πλακάκια.
¨Νόμιζα πως είχες ξεπεράσει τα προβλήματα με το στομάχι σου¨ φώναξε η Σούλα, τη στιγμή που η τελευταία σταγόνα εμετού εγκατέλειπε το στόμα μου και προσγειωνόταν στη λεκάνη.
¨Κι εγώ το ίδιο νόμιζα¨ της απάντησα. Ύστερα, στάθηκα όρθιος, άνοιξα τη βρύση και έριξα άφθονο νερό στο πρόσωπό μου.
Οι πόνοι γινόντουσαν πιο δυνατοί, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε.
¨Να πάρω τηλέφωνο τη μάνα μου, να σε ξεματιάσει;¨ με ρώτησε.
¨Δεν είμαι ματιασμένος, άρρωστος είμαι¨ της είπα.
¨Κάθε φορά που είσαι ματιασμένος, τα ίδια λες. Ήθελα να ήξερα ποια πόρνη σε μάτιασε¨.
Δεν της απάντησα. Έριξα λίγο νερό ακόμα, στο στόμα μου, έκλεισα τη βρύση και κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν φρικτό. Ήμουν χλωμός, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και ανακατεμένα μαλλιά.
- Τα μαλλιά σας πως ανακατεύτηκαν, κύριε Ελληνόπουλε;
- Δεν έχει σημασία, γιατρέ. Ήμουν χάλια, σας λέω…
- Μετά τι κάνατε;
- Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ζαλιζόμουν. Ένιωθα να καταρρέω. Το στομάχι μου με πέθαινε. Κάποια στιγμή, άρχισα να βήχω. Έβηχα δυνατά, ξερά, γδέρνοντας το λαιμό μου.
¨Έπρεπε να είχα πάει στο γιατρό, από την αρχή¨ είπα στη Σούλα. Δεν με άκουσε, είχε αποκοιμηθεί. Ξέρετε, το κρασί της προκαλεί υπνηλία…
- Ξέρω, και η δική μου γυναίκα, το ίδιο παθαίνει, όταν πίνει πολύ κρασί…
- Μετά από δυο- τρείς ώρες δυνατών πόνων, κατόρθωσα να κοιμηθώ κι εγώ.
Σήμερα το πρωί, όμως, ξύπνησα πολύ χειρότερα. Πονάω αφόρητα, αισθάνομαι ράκος. Γι’ αυτό σας λέω, είναι κρίσιμη η κατάστασή μου, κάντε κάτι, σας παρακαλώ. Φοβάμαι πως πάσχω από κάτι σοβαρό.
Άκουσα και μια εκπομπή στο ραδιόφωνο, καθώς ερχόμουν, που έλεγε για μια νόσο καινούργια, των χοίρων, και ανησυχώ πάρα πολύ…
- Ηρεμήστε, κύριε Ελληνόπουλε. Εγώ είμαι της άποψης πως δεν υπάρχει νόσος των χοίρων. Πιστεύω πως η συγκεκριμένη ασθένεια επινοήθηκε για να στραφεί το ενδιαφέρον του κόσμου σε αυτή, ώστε να σταματήσουν να ασχολούνται όλοι με την οικονομική κρίση…
- Μα, ο παρουσιαστής της εκπομπής έλεγε πως στο Μεξικό έχει πεθάνει πολύς κόσμος. Περιέγραφε τα συμπτώματα και ήταν ίδια με τα δικά μου. Και το χοιρινό, γιατρέ, το χοιρινό που έφαγα χθες βράδυ, ήταν μεξικάνικο…
- Μήπως ήταν μεξικάνικα και τα δυο κατσίκια που φάγατε το Πάσχα, κύριέ μου; Απ’ ότι θυμάμαι, μου είπατε πως από τότε ξεκίνησε να πονάει το στομάχι σας. Μην παραλογίζεστε, σας παρακαλώ, και μην πιστεύετε οτιδήποτε ακούτε.
Σίγουρα έχετε κάποιο πρόβλημα με την υγεία σας, δεν πάσχετε, όμως, από τη νόσο των χοίρων, για όνομα του Θεού. Ακόμη κι αν υπάρχει πραγματικά αυτή η ασθένεια, δεν έχει φτάσει, ως τώρα, στη χώρα μας. Λέτε να αποτελείτε εσείς το πρώτο κρούσμα, στην ελληνική επικράτεια; Δεν σας φαίνεται λίγο παράλογο, αυτό το σενάριο;
- Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Έχω πανικοβληθεί. Απαντήστε μου, όμως, ειλικρινά, σας παρακαλώ: αν έχω όντως προσβληθεί από αυτή τη νόσο, αν όλα όσα άκουσα στο ραδιόφωνο αληθεύουν και τελικά είμαι ο πρώτος Έλληνας φορέας αυτού του ιού, τότε τι κάνουμε;
- Επαναλαμβάνω αγαπητέ μου, πως αποκλείεται να έχετε τη νόσο των χοίρων. Αν, όμως, την είχατε, η κατάσταση θα ήταν εξαιρετικά σοβαρή. Θα έπρεπε να νοσηλευτείτε, οπωσδήποτε, σε κάποιο νοσοκομείο, σε καραντίνα φυσικά, και να ξεκινήσετε άμεσα να λαμβάνετε ισχυρά φάρμακα, για να προλάβουμε τα χειρότερα.
Βέβαια, παράλληλα με αυτά, θα γινόσασταν διάσημος, τα τηλεοπτικά κανάλια θα συνωστίζονταν έξω από το δωμάτιό σας στο νοσοκομείο, θα μπαίνατε στα πρωτοσέλιδα πολλών εφημερίδων, θα σας επισκέπτονταν γιατροί από όλο τον κόσμο για να μελετήσουν την κατάστασή σας και βέβαια, εκμεταλλευόμενος την ασθένειά σας, θα κερδίζατε και αρκετά χρήματα, από διάφορους δημοσιογράφους, οι οποίοι θα ήταν διατεθειμένοι να σας πληρώσουν αδρά, ώστε να εξασφαλίσουν κάποια αποκλειστικά πλάνα και ορισμένες δηλώσεις σας…
- Θα κέρδιζα χρήματα; Μιλάμε για μεγάλα ποσά, γιατρέ μου;
- Ε, βέβαια, κύριε Ελληνόπουλε. Φαντάζομαι πως γνωρίζετε τον τρόπο που λειτουργούν τα ΜΜΕ, όταν εντοπίζουν κάποιο θέμα που πρόκειται να τους εξασφαλίσει μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης και πωλήσεις…
- Ναι, αμέ, τα έχω υπ’ όψιν μου, αυτά. Αλλά κι εσείς, γιατρέ, θα κερδίζατε αρκετά…
- Κάτι θα έβγαζα κι εγώ, φυσικά. Εκτός της δημοσιότητας, αφού θα ήμουν ο πρώτος Έλληνας γιατρός που εντόπισε τον ιό στη χώρα μας, ίσως έπαιρνα και καμιά επιχορήγηση από το Υπουργείο Υγείας, για να μελετήσω τη νόσο και να προτείνω τρόπους αντιμετώπισής της.
Για να μην αναφερθώ και στην ηθική ικανοποίηση που θα λάμβανα, βλέποντας τη ζήλια ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των συναδέλφων μου…
- Θα ήταν μια πρώτης τάξεως διαφήμιση για το ιατρείο σας…
- Σαφώς. Το ίδιο ισχύει και για τις δικές σας επιχειρήσεις, βέβαια. Θα έδειχναν τα καταστήματά σας στην τηλεόραση, θα αποσπούσαν δηλώσεις από τους υπαλλήλους σας, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος θα τόνιζαν πόσο καλός άνθρωπος και σωστός εργοδότης, είστε…
- Η Σούλα θα ξετρελαινόταν από τη χαρά της, αν έβγαινε στην τηλεόραση…
- Είμαι σίγουρος για αυτό, κύριε Ελληνόπουλε…
- Ακόμα και η μάνα της, που δεν με συμπαθεί ιδιαίτερα, θα ένιωθε υπερήφανη για εμένα…
- Εννοείται, αγαπητέ μου. Τι νόημα έχει, όμως, να τα σκεφτόμαστε αυτά; Το πιθανότερο είναι, να υποφέρετε από κάποια απλή ίωση ή έστω, ένα έλκος στομάχου. Θα σας γράψω κάποιες εξετάσεις, τις οποίες θα ήθελα να κάνετε σήμερα και θα κανονίσουμε ένα ραντεβού για αύριο το πρωί, ώστε να μου φέρετε τα αποτελέσματα. Στα 150 μέτρα από το ιατρείο μου, υπάρχει ένα μικροβιολογικό εργαστήριο. Προτείνω να τις κάνετε εκεί…
- Εντάξει, γιατρέ. Όπως θέλετε. Μια τελευταία ερώτηση θα σας κάνω και φεύγω αμέσως για το μικροβιολογικό εργαστήριο…
- Σας ακούω…
- Αν τελικώς αποδεικνυόταν πως πάσχω από τη νόσο των χοίρων, θα μου επιτρέπατε να σας προσφέρω, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, επειδή διαγνώσατε εγκαίρως την ασθένειά μου, το 30% από τα κέρδη που μου περιγράψατε προηγουμένως;
- Καταλαβαίνω πολύ καλά που το πάτε, κύριε Ελληνόπουλε, αλλά αρνούμαι. Πως τολμάτε να μου κάνετε μια τόσο ανήθικη πρόταση; Ξεχνάτε πως έχω δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη; Το θράσος σας είναι απερίγραπτο…
- Δεν ήθελα να σας προσβάλω, γιατρέ. Γνωρίζω το ήθος σας. Υποθετική ήταν η ερώτησή μου, αφορούσε την περίπτωση που οι εξετάσεις έδειχναν πως αυτή είναι, πραγματικά, η ασθένειά μου. Δεν θα τολμούσα ποτέ να σας ζητήσω να διαστρεβλώσετε το ιατρικό σας πόρισμα…
- Αν μου το ζητούσατε, σας λέω ευθέως πως θα σας πέταγα έξω. Εγώ, κύριε, τιμώ το λειτούργημά μου, δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. 40% είπατε;
- Μακάρι όλοι να είχαν την ευσυνειδησία σας, γιατρέ μου. Δυστυχώς, όμως, εκεί έξω, κυκλοφορούν εκατοντάδες ανήθικοι άνθρωποι, που δεν διαθέτουν τις δικές σας αρχές. 35%.Ούτε ένα ευρώ παραπάνω.
- Κύριε Ελληνόπουλε, με τιμούν τα λόγια σας, γι’ αυτό θα είμαι ειλικρινής μαζί σας. Είμαι εδώ και αρκετή ώρα, σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν ξέρω πώς να σας το πω. Θέλησα να κερδίσω λίγο χρόνο, λέγοντας σας να έρθετε αύριο με τα αποτελέσματα των εξετάσεων, ώστε να βρω το θάρρος να σας το ανακοινώσω. Καλύτερα, όμως, να το μάθετε μια ώρα αρχύτερα. Δυστυχώς, αγαπητέ μου, όλα συνηγορούν στο ότι δεν πάσχετε από κάποια απλή ίωση ή έλκος. Το είχα καταλάβει εξ΄ αρχής, αλλά δίσταζα να σας το πω ξεκάθαρα. Μόνο μια νόσος ταιριάζει στα συμπτώματα σας. Μια νέα νόσος, που προέρχεται από το εξωτερικό…
- Χριστέ μου! Τι μου λέτε, γιατρέ;
- Πολύ φοβάμαι πως η κατάσταση σας, είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Θα πρέπει να επιστρατεύσετε όλο σας το κουράγιο…
- Μιλήστε καθαρά, σας παρακαλώ. Πείτε μου την αλήθεια…
- Η μοίρα, σας έπαιξε ένα σκληρό παιχνίδι, φίλτατε. Αυτό που ακούσατε το πρωί στο ραδιόφωνο, ήταν μια προειδοποίησή της, μια τραγική ειρωνεία, που όταν τη σκέφτομαι, ανατριχιάζω σύγκορμος. Το όνομα της ασθένειάς σας, κύριε Ελληνόπουλε, το ακούσατε πριν περάσετε καν, την πόρτα του ιατρείου μου. Το είπε ο παρουσιαστής της εκπομπής, όταν ήσασταν ακόμη στο αμάξι σας…
- Ώστε οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν; Η νόσος των χοίρων, τελικά υπάρχει; Την κουβαλάω στα σπλάχνα μου; Μα, αυτό είναι άδικο, σκληρό, απάνθρωπο. Ανάμεσα σε τόσα εκατομμύρια Έλληνες, έπρεπε να είμαι εγώ ο άτυχος; Γιατί Θεέ μου, γιατί; Γιατί σε εμένα;
- Η νόσος φυσικά υπάρχει, απλώς όταν την αναφέρατε, προηγουμένως, προσπάθησα να σας καθησυχάσω , λέγοντάς σας πως δεν υφίσταται στην πραγματικότητα, διότι αδυνατούσα να σας ανακοινώσω τα συμπεράσματά μου, περί της πάθησής σας. Δίσταζα, γιατί σας λυπόμουν. Δεν μπορώ, όμως, πλέον, όσο κι αν αυτό με δυσαρεστεί, να σας κρύβω το γεγονός πως είστε βαριά άρρωστος. Με 38% μάλιστα, θα μπορούσα να συντάξω και μια πλήρη ιατρική γνωμάτευση, για να πειστείτε απόλυτα επ’ αυτού…
- Μα, τι λέτε, γιατρέ μου, σας πιστεύω…
- Είμαστε εντάξει, δηλαδή, στο 38%;
- Με πονάτε, αλλά θα πρέπει να το αντέξω…
- Οφείλετε να φανείτε δυνατός, κύριε Ελληνόπουλε, απέναντι σε αυτό το τραγικό χτύπημα του πεπρωμένου. Δυνατός και ψύχραιμος. Όχι τόσο, για τον ίδιο σας τον εαυτό, αλλά περισσότερο για τη γυναίκα σας, τη Σούλα, και τα παιδάκια σας…
- Έχετε δίκιο…
- Πηγαίνετε τώρα στο σπίτι σας, φτιάξτε τη βαλίτσα σας και επιστρέψτε στο ιατρείο μου, ώστε να αναχωρήσουμε για το νοσοκομείο. Στο μεταξύ, εγώ θα τηλεφωνήσω σε έναν συνάδελφό και κουμπάρο μου, που εργάζεται εκεί, για να ετοιμάσει το δωμάτιό σας. Πάρτε και από ένα φαρμακείο, τα παυσίπονα που θα σας γράψω, για το στομάχι σας…
- Ευτυχώς που το θυμηθήκατε, γιατρέ. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Αν και το τελευταίο μισάωρο, έχει σταματήσει να πονάει, θα τα πάρω οπωσδήποτε…
- Κύριε Ελληνόπουλε, αντιλαμβάνομαι πως αυτή τη στιγμή ζείτε έναν Γολγοθά. Σας συμπονώ και σας καταλαβαίνω απόλυτα. Οφείλω ,όμως, να σας υπενθυμίσω πως έχετε υποχρέωση να σεβαστείτε το ιατρικό απόρρητο και να μην αποκαλύψετε σε κανέναν, το περιεχόμενο αυτής της εξέτασης. Αυτό, αφήστε να το χειριστώ εγώ..
- Μην ανησυχείτε. Η μυστικότητα της εξέτασης είναι, για εμένα, πιο ιερή και από τη μυστικότητα της εξομολόγησης στην εκκλησία. Αναχωρώ, όμως, τώρα, για να ετοιμαστώ. Θα τα πούμε αργότερα…
- Στο καλό, κύριέ μου…
- Καλό σας απόγευμα, γιατρέ και σας ευχαριστώ πολύ…
- Α! Κύριε Ελληνόπουλε! Παρ’ ολίγον, να το ξεχάσω! Αναφερθήκατε, κάποια στιγμή, προηγουμένως, σε ορισμένα βίντεο της συζύγου σας, που βρίσκονται στο κινητό σας. Θα μπορούσατε να μου το αφήσετε εδώ, για να τα παρακολουθήσω, ενώ θα σας περιμένω να επιστρέψετε;
- Φυσικά, γιατρέ μου. Με 36% μάλιστα, θα μπορούσα να σας αφήσω και το καλώδιο του κινητού, ώστε να τα αποθηκεύσετε, αν επιθυμείτε, στον υπολογιστή σας…
- Είμαστε σύμφωνοι. Με στεναχωρεί η πρότασή σας, αλλά είμαι επιστήμονας, κύριε Ελληνόπουλε. Και οι επιστήμονες, είναι συνηθισμένοι να κάνουν, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, τέτοιες μεγάλες θυσίες…




























Εμένα ένα πράγμα μόνο με απασχολεί: μήπως κόλλησε η Σούλα και πάει χαμένο το κόσμημα!
Μην ανησυχείς για τη Σούλα. Η νόσος των χοίρων, δεν έχει φτάσει ακόμα στο δικό της… πλανήτη!