Top

Η Νέα Προβάτα

Δημοσιεύθηκε τις 17 Ιουνίου 2009 στη θεματική κατηγορία Εν Συντομία. Αναρτήστε το σχόλιό σας 
Συντάκτης: Δημήτρης





Ένας επιστήμονας από το ιατρικό πανεπιστήμιο Τζίτσι στην Ιαπωνία πιστεύει ότι η λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εθελοντών για δωρεά οργάνων μπορεί να βρίσκεται στην «καλλιέργεια» τους μέσα σε πρόβατα.
Η ομάδα του καθηγητή έχει καταφέρει να κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και παρότι η μέθοδος είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, επιστήμονες από όλο τον κόσμο πιστεύουν ότι μπορεί τελικώς να φέρει επανάσταση στο ιατρικό αυτό πεδίο.
Μέχρι στιγμής, έχουν καταφέρει να μεγαλώσουν ένα πάγκρεας από βλαστοκύτταρα χιμπατζή στο υπογάστριο ενός προβάτου και είναι σχεδόν σίγουροι ότι μπορούν να προσαρμόσουν τη μέθοδο και να δημιουργήσουν ανθρώπινα όργανα.
(Πηγή: Ελεύθερος Τύπος)

Κυριακή πρωί, σε ένα χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου. Ο κυρ Κώστας, ετοιμαζόταν να αρμέξει τις κατσίκες του. Ανάμεσά τους και μια νέα προβάτα, που του έφερε ο ανιψιός του, ο Αντώνης, πριν λίγες ημέρες, από την πρωτεύουσα.
¨Να την προσέχεις αυτή¨ του είχε πει, όταν του την παρέδωσε. ¨Δεν είναι σαν τις υπόλοιπες¨.
¨Τι το ιδιαίτερο έχει;¨ είχε ρωτήσει ο ηλικιωμένος βοσκός.
¨Αυτή δεν είναι για σφάξιμο. Μπορείς να την αρμέγεις, αλλά μην διανοηθείς ποτέ, να την κάνεις ψητή στο φούρνο με πατάτες. Ίσως κάποια στιγμή, τη χρειαστώ στην Αθήνα. Θα ήθελα, λοιπόν , να τη βρω ζωντανή, αν προκύψει κάτι τέτοιο.¨.
¨Αμάν πια με αυτά τα πρωτευουσιάνικα, φιλοζωικά ένστικτα, ρε Αντωνάκη. Τι έχετε πάθει όλοι εκεί κάτω, στην πόλη; Ακόμα κι εσύ, ολόκληρος γιατρός, μορφωμένος άνθρωπος, πιστεύεις αυτές τις μπούρδες περί των δικαιωμάτων των τετράποδων, στη ζωή;¨
¨Άκου μπάρμπα, αυτό που σου ζητάω δεν πηγάζει από τα φιλοζωικά μου ένστικτα. Αυτή η προβάτα πρέπει να παραμείνει ζωντανή, για πολύ σοβαρούς λόγους, τους οποίους θα σου εξηγήσω κάποια άλλη στιγμή. Αυτό που θέλω από εσένα, είναι να την φροντίζεις για λογαριασμό μου και σε αντάλλαγμα, να κρατάς το γάλα της. Είμαστε σύμφωνοι ή να την πάρω και να φύγω;¨
Ο κυρ Κώστας, δεν διέθετε πολλές επιλογές. Συμφώνησε, για να μην στεναχωρήσει τον ανιψιό του, μονολόγησε χαμηλοφώνως ¨τους έχει τρελάνει όλους, το καυσαέριο που εισπνέουν καθημερινά στην Αθήνα¨ και οδήγησε τη νέα του προβάτα, στο μαντρί.

Τις επόμενες ημέρες, όταν την τάιζε, την κοιτούσε ερευνητικά, προσπαθώντας να καταλάβει ποια ήταν η διαφορά της από τα υπόλοιπα πρόβατα, δεν είχε κατορθώσει, όμως, να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. ¨Ίσως να έχει κάτι ιδιαίτερο, το γάλα της¨ σκεφτόταν, ¨την Κυριακή, όταν θα αρμέξω τα ζωντανά, θα το βάλω σε ξεχωριστό τενεκέ, για να το δοκιμάσω¨.

Ξημερώνοντας Κυριακή, ο κυρ Κώστας σηκώθηκε, με ανυπομονησία, από το κρεβάτι , ντύθηκε και έτρεξε στο μαντρί. ¨Σήμερα θα μάθω αν η νέα μας προβάτα, αξίζει την ειδική μεταχείριση, που απαίτησε ο Αντώνης¨ είπε, πριν φύγει από το σπίτι, στη γυναίκα του.
Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Ετοίμασε τους τενεκέδες, έγραψε με μαρκαδόρο πάνω σε έναν από αυτούς, ¨γάλα προβάτας Αντώνη¨ και σήκωσε τα μανίκια του.

Καθώς ετοιμαζόταν να ξεκινήσει το άρμεγμα, παρατήρησε πως η νέα προβάτα κοιτούσε με ένα, σχεδόν λάγνο, βλέμμα, τις υπόλοιπες. ¨Να θυμηθώ να της φέρω τον τράγο, μέσα στην επόμενη εβδομάδα¨ σκέφτηκε ¨η καημένη, θα είναι στις μέρες της και θα έχει ανάγκη να ζευγαρώσει¨. Ύστερα, άρχισε την εργασία του, τραγουδώντας παράλληλα, ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο.

Κάποια στιγμή, έχοντας ήδη αρμέξει , αρκετές κατσίκες, έφτασε μπροστά της.
¨Ήρθε η σειρά σου¨ είπε χαμογελώντας και την τράβηξε κοντά του. Τοποθέτησε τον τενεκέ, κάτω από τους μαστούς της, τους έπιασε δυνατά και ξεκίνησε να τους ζουλάει, ώστε να αποβάλλουν το γάλα της. Όσο έντονα κι αν τους πίεζε, όμως, δεν έβγαινε ούτε σταγόνα.
¨Γιατί δεν συνεργάζεσαι;¨ της φώναξε αγανακτισμένος, εντείνοντας την προσπάθειά του.
Μετά από πέντε λεπτά συνεχόμενου ζουλήγματος, ο εκνευρισμός του ήταν έκδηλος. ¨Νομίζεις πως θα γίνει το δικό σου; Κάνεις μεγάλο λάθος. Θα μείνω εδώ, όση ώρα χρειαστεί. Θα πάρω το γάλα σου, έστω κι αν αναγκαστώ να σφίγγω τους μαστούς σου, μέχρι το βράδυ¨
Στο μεταξύ, το πρόσωπο της προβάτας είχε αρχίσει να κοκκινίζει, η ανάσα της είχε γίνει βαριά και από το στόμα της έβγαιναν μικρά βογκητά, που ο κυρ Κώστας δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν από δυσφορία ή ικανοποίηση.
Μετά από αρκετή ώρα ζουλήγματος, οι πρώτες σταγόνες γάλακτος, έκαναν την εμφάνισή τους. ¨Επιτέλους¨ είπε ενθουσιασμένος ο βοσκός και συνέχισε, ακόμη πιο δυνατά, το άρμεγμα, ενώ η προβάτα βογκούσε πια, δυνατά και ασταμάτητα.
Ύστερα από δυο λεπτά, άφησε ένα παρατεταμένο αναστεναγμό και προς μεγάλη ευχαρίστηση του κυρ Κώστα, εκτόξευσε μονομιάς, μια μεγάλη ποσότητα γάλακτος, μέσα στον τενεκέ.
¨Αργήσαμε αλλά τα καταφέραμε, έτσι;¨ της φώναξε εκείνος και αμέσως μετά, σηκώθηκε από το χαμηλό σκαμπό του, με το δοχείο ανά χείρας. ¨Ήρθε η ώρα να μάθω το μυστικό σου. Πάω γρήγορα στο σπίτι, για να δοκιμάσω το γάλα¨ πρόσθεσε, χαϊδεύοντας το κεφάλι της. Εκείνη, έχοντας μια περίεργη έκφραση ανακούφισης, στο πρόσωπό της, τρίφτηκε για λίγο στο πόδι του και ύστερα, ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια της.
¨Τι στο καλό, τόσο πολύ την κούρασα;¨ μονολόγησε ο κυρ Κώστας.
Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, όμως, στην αντίδρασή της. Το μόνο που ήθελε, ήταν να φτάσει στο σπίτι του όσο το δυνατόν συντομότερα, ώστε να διαπιστώσει αν το γάλα που είχε μόλις αποσπάσει από τους μαστούς της, ήταν ο λόγος που ο ανιψιός του, έτρεφε τόση συμπάθεια προς το ζώο αυτό.

Φτάνοντας, είδε τη γυναίκα του, να τον περιμένει στην πόρτα. ¨Τηλεφώνησε ο Αντώνης¨ του φώναξε ¨είπε πως ξέχασε να σε προειδοποιήσει, να μην αρμέξεις, σε καμία περίπτωση, τον αριστερό της μαστό. Μόνο τον δεξιό να αρμέγεις, μόνο από αυτόν μπορείς να παίρνεις γάλα¨.
¨Να του πεις πως δεν θα μου μάθει αυτός τη δουλειά μου¨ της απάντησε ¨είμαι βοσκός, εδώ και πενήντα χρόνια. Ξέρω πολύ καλά να αρμέγω τα ζωντανά μου και δεν χρειάζομαι υποδείξεις από κανέναν. Και γιατί, παρακαλώ, να μην πάρω γάλα από τον αριστερό μαστό;¨
¨Δεν ξέρω, δεν ήθελε να μου εξηγήσει. Απλώς μου είπε να σου μεταφέρω το μήνυμά του και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο¨
¨Άσε τον Αντώνη, να λέει ότι θέλει. Το άρμεγμα γίνεται από όλους τους μαστούς, όχι επιλεκτικά. Πάρε τώρα αυτόν τον τενεκέ και βάλε να δοκιμάσουμε το γάλα της προβάτας¨

Η γυναίκα του, πήρε το μισογεμάτο δοχείο, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα και μετά από τρία λεπτά επέστρεψε, κρατώντας δυο μεγάλα ποτήρια στα χέρια της. Έδωσε το ένα στον κυρ Κώστα, αυτός της χαμογέλασε, κάθισαν στις καρέκλες της βεράντας και άρχισαν να πίνουν.
Μετά τις πρώτες γουλιές, κοιτάχτηκαν με ενθουσιασμό και αναφώνησαν, σχεδόν ταυτόχρονα ¨αυτό είναι, τελικά, το μυστικό της! Το γάλα της!¨, συμφωνώντας πως ήταν πραγματικά υπέροχο.
¨Αυτή η γεύση, κάτι μου θυμίζει¨ είπε η κυρία Πηνελόπη ¨είναι, πάντως, εξαιρετική, είχα πολλά χρόνια να πιώ τόσο ωραίο γάλα¨.
¨Εμένα δεν μου θυμίζει τίποτα¨ απάντησε ο άντρας της ¨δεν μοιάζει με το γάλα καμιάς άλλης προβάτας¨
¨Δεν μου θυμίζει τη γεύση κάποιου άλλου γάλακτος, από τα ζωντανά μας. Κάτι άλλο μου θυμίζει, αλλά δεν μπορώ, αυτή τη στιγμή, να πω με σιγουριά, τι είναι αυτό ¨, είπε εκείνη.
¨Δεν έχει σημασία. Ξαναγέμισε, τώρα, τα ποτήρια μας και ίσως σκεφτείς αργότερα, τι σου θυμίζει. Στο μεταξύ, εγώ θα πάρω τηλέφωνο τον Αντώνη, για να τον ενημερώσω ότι η προβάτα του, αν και με κούρασε στο άρμεγμα, αποδείχτηκε εξαιρετικά χαρισματική. Μάλιστα, λέω να του ζητήσω να μου φέρει δυο ή τρείς ακόμα, αυτού του είδους. Με τόσο ωραίο γάλα, θα κάνουμε χρυσές δουλειές ¨
Η κυρία Πηνελόπη συμφώνησε. Ύστερα, σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στην κουζίνα, για να ξαναγεμίσει τα ποτήρια.

Ο κύριος Κώστας, έβγαλε από την τσέπη του, το κινητό του τηλέφωνο και κάλεσε τον αριθμό του ανιψιού τους.
¨Έλα λεβέντη μου, τι κάνεις ; Είσαι καλά;¨ είπε, χαρούμενος, όταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, ακούστηκε η φωνή του Αντώνη.
¨Καλημέρα, θείε. Μια χαρά είμαι, δόξα τω Θεό¨ απάντησε αυτός.
¨Να σου πω καμάρι μου, εκείνη η προβάτα που μου έφερες, τι μέρος του λόγου είναι;¨
¨Γιατί ρωτάς, σου προκάλεσε κανένα πρόβλημα;¨
¨Όχι παιδάκι μου, από απλή περιέργεια ρωτάω. Πριν λίγο, δοκιμάσαμε το γάλα της και ενθουσιαστήκαμε. Δεν μοιάζει με το γάλα καμιάς άλλης προβάτας. Μιλάμε για νέκταρ¨
¨Ελπίζω να σε πρόλαβε η θεία μου πριν την αρμέξεις και να σου μετέφερε το μήνυμά μου. Πήρες γάλα μόνο από τον δεξί μαστό της, έτσι;¨
¨Άκουσε να σου πω, Αντωνάκη. Σ’ αγαπάω, σ’ εκτιμάω, αλλά δεν δέχομαι υποδείξεις στη δουλειά μου. Όλα κι όλα. Από πότε έγινες εσύ ειδικός στο άρμεγμα; Απ’ ότι ξέρω, γιατρός είσαι, όχι βοσκός. Όμως, για πες μου, για ποιο λόγο να μην πάρω γάλα από τον αριστερό μαστό της, στο ζήτησε η ίδια;¨
¨Θείε, μην αστειεύεσαι, υπάρχει σοβαρός λόγος. Πες μου ότι δεν άρμεξες τον αριστερό μαστό, σε παρακαλώ¨
¨Άκου ψυχή μου, θα είμαι ειλικρινής μαζί σου. Τον άρμεξα. Πριν λίγο, μάλιστα, όπως σου είπα, δοκιμάσαμε, μαζί με τη θεία σου, το γάλα, και μας άρεσε πάρα πολύ. Γι’ αυτό σου τηλεφώνησα, άλλωστε. Για να σε ρωτήσω αν γίνεται να βρούμε κι άλλες προβάτες που να κάνουν τόσο ωραίο γάλα¨
¨Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό, θείε. Μπορεί να κατέστρεψες το μόσχευμα. Τι θα πω, τώρα, στο διευθυντή της κλινικής; Θα χάσω τη δουλειά μου, αν έκανες ζημιά στο όργανο¨
¨Για στάσου Αντώνη μου, τι είναι αυτά που λες; Δεν σε καταλαβαίνω, για ποιο μόσχευμα μιλάς; Μεθυσμένος είσαι;¨
¨Όταν άρμεγες την προβάτα, μήπως έριξες καμιά ματιά στους μαστούς της, θείε; Τους κοίταξες πρώτα ή απλώς άπλωσες τις χερούκλες σου και ξεκίνησες να τους ζουλάς;¨
¨Γιατί να τους κοιτάξω; Θαρρείς πως δεν έχω ξαναδεί μαστούς ζώου; Τι είμαι, κανένας πρωτάρης;¨
¨Θείε, αν τους κοίταζες, θα είχες καταλάβει γιατί σου ζήτησα να μην αγγίξεις τον αριστερό¨
¨Μίλα ξεκάθαρα, Αντώνη. Τι εννοείς;¨
¨ Στην κλινική όπου εργάζομαι, κατέφθασε, στα τέλη του Απρίλη, μια ομάδα γιατρών από την Ιαπωνία, ώστε να συνεργαστούμε σε ένα πρωτοποριακό πείραμα.
Το αντικείμενο του πειράματος ήταν η καλλιέργεια ανθρωπίνων οργάνων, σε σώματα προβάτων, με σκοπό την μετέπειτα μεταμόσχευσή τους, σε ανθρώπους.
Το πρόβατο που σου έφερα, ήταν ένα από τα πειραματόζωά μας. Εκτός από αυτό, χρησιμοποιήσαμε δεκατέσσερα, ακόμα, πρόβατα, εμφυτεύοντας στο καθένα, ένα ανθρώπινο όργανο, στη θέση κάποιου δικού του οργάνου.
Στη συγκεκριμένη προβάτα, τοποθετήσαμε ένα ανδρικό μόριο, αντικαθιστώντας τον αριστερό της μαστό, την κρατήσαμε στο εργαστήριο για δέκα ημέρες, ώστε να βεβαιωθούμε πως το μόσχευμα του πέους, παρήγαγε σπέρμα κανονικά και ο στυτικός του μηχανισμός δεν παρουσίαζε δυσλειτουργίες και μετά, αποφασίσαμε να την παραδώσουμε σε έναν βοσκό της εμπιστοσύνης μας, για να την συντηρήσει, ώστε αν κάποια στιγμή, μελλοντικά, χρειαστούμε το μόσχευμα, για να το τοποθετήσουμε σε κάποιον ασθενή, να είμαστε βέβαιοι πως η προβάτα χαίρει άκρας υγείας. Έτσι έφτασε στα χέρια σου¨
¨Δηλαδή, Αντωνάκη, η προβάτα που μου έφερες, στη θέση του ενός μαστού, έχει ένα πέος;¨
¨Ακριβώς, θείε. Γι’ αυτό σου ζήτησα να μην αρμέξεις ποτέ τον αριστερό μαστό της, αλλά μόνο τον δεξιό. Γιατί ο αριστερός, δεν είναι μαστός¨
¨Και το γάλα που ήπιαμε, Αντωνάκη; Τι ήταν το γάλα που ήπιαμε;¨
¨Εφόσον άρμεξες το μόσχευμα, θείε, αυτό που ήπιατε δεν ήταν γάλα. Λυπάμαι…¨

Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η τελευταία φράση του Αντώνη, το κινητό τηλέφωνο είχε ήδη πέσει στο πάτωμα. Το ίδιο και ο κυρ Κώστας.
Όταν η Πηνελόπη επέστρεψε από την κουζίνα, με τα δυο γεμάτα ποτήρια στα χέρια της, ήταν πια αργά. Δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε παραπάνω, από το να καλέσει ασθενοφόρο και να προσπαθήσει, ματαίως, να συνεφέρει τον άνδρα της, ρίχνοντας του, αρχικά, μερικά χαστούκια, και στη συνέχεια, έναν κουβά νερό στο κεφάλι.

¨Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο¨, της ανακοίνωσαν οι γιατροί, στο νοσοκομείο.
¨Μα, δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ήταν γερός σαν ταύρος¨ τους είπε.
¨Ίσως συνέβη κάτι, που τον τάραξε πολύ¨
¨Αυτό αποκλείεται. Ούτε καβγαδίσαμε, ούτε τον απασχολούσε κάποιο πρόβλημα¨
¨Λυπάμαι πολύ κυρία μου. Έχετε τα θερμά μας συλλυπητήρια¨ της απάντησαν και προχώρησαν στο διάδρομο. Έμεινε μόνη. Τηλεφώνησε στο Σωτήρη, τον εξάδελφο της μητέρας της, που διατηρούσε γραφείο τελετών στο χωριό και ύστερα κάλεσε ένα ταξί, για να επιστρέψει στο σπίτι. Ένιωθε συντετριμμένη.

Το βράδυ, την επισκέφθηκαν αρκετοί γείτονες και γειτόνισσες, για να της συμπαρασταθούν. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο κυρ Αντώνης, που λίγες ώρες νωρίτερα, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, έσφυζε από υγεία, δεν ήταν πια εν ζωή.
¨Τι τα θες Πηνελόπη μου¨ της είπε η κυρία Μαίρη, λίγο πριν πιεί την πρώτη γουλιά του πικρού καφέ, που της είχε προσφέρει η χήρα ¨έτσι είναι ο άνθρωπος. Τη μια στιγμή είναι καλά και την επόμενη βρίσκεται ανάσκελα, με ένα ολόκληρο χωριό, από πάνω του, να τον κλαίει . Λύσε μου, όμως, μια απορία. Γιατί δεν κανόνισες την κηδεία για αύριο, νωρίς το πρωί, αλλά για αργά το απόγευμα;¨
¨Μαίρη μου, αν την κανόνιζα για νωρίς το πρωί ή έστω το μεσημέρι, δεν θα προλάβαιναν να έρθουν οι συγγενείς μας που κατοικούν σε άλλα χωριά και πόλεις, ούτε ο ανιψιός μας ο Αντώνης, που μένει στην Αθήνα. Ο καημένος ο Αντωνάκης, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που άκουσε τον άντρα μου, ζωντανό. Μαζί μιλούσαν στο τηλέφωνο, όταν συνέβη το μοιραίο και απ’ ότι μου είπε, πριν μισή ώρα, όταν μου τηλεφώνησε ξανά, νιώθει υπεύθυνος για το χαμό του Κώστα μου. Του είπα, βέβαια, πως δεν είναι σωστό να κατηγορεί τον εαυτό του για το θάνατο ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, δεν έδειξε όμως να το καταλαβαίνει. Έκλαιγε συνεχώς και με παρακαλούσε να τον συγχωρέσω¨
¨Θα ταράχθηκε πολύ το παιδί¨ απάντησε η κυρία Μαίρη ¨είναι παράλογο, όμως, να νομίζει πως φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Όταν έρθει θα του μιλήσω κι εγώ, ίσως καταφέρω να τον συνεφέρω λιγάκι¨
¨Να του μιλήσεις, Μαίρη. Εξήγησέ του πως δεν φταίει σε τίποτα. Ήταν γραφτό, όπως φάνηκε, να χάσουμε τον Κώστα μας. Κανείς δεν μπορεί να σταθεί ενάντια στη μοίρα¨ είπε θλιμμένα η Πηνελόπη, περπατώντας προς την κουζίνα, για να ετοιμάσει έναν ακόμη, πικρό ελληνικό καφέ.

Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε σιωπηλά. Η χήρα στεκόταν, απαρηγόρητη, σε μια γωνιά του δωματίου, δακρυσμένη και αμίλητη για ώρες, ενώ οι επισκέπτες, όταν τελείωσαν τους καφέδες τους, ξεκίνησαν, σταδιακά, να αποχωρούν, ώστε να την αφήσουν να ξεκουραστεί.

Την επόμενη ημέρα, μετά την κηδεία, η κυρία Μαίρη πλησίασε τον Αντώνη, του εξέφρασε τα συλλυπητήριά της και τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στην κυρία Πηνελόπη, του είπε πως δεν πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό του, για το χαμό του θείου του, καθώς στην ηλικία που ήταν, αργά ή γρήγορα, το μοιραίο θα συνέβαινε.
Αυτός, πήρε μια βαθιά ανάσα, άναψε τσιγάρο και με βουρκωμένα μάτια, της απάντησε πως αν ήξερε τι πραγματικά συνέβη, θα καταλάβαινε γιατί νιώθει υπεύθυνος για την απώλεια του κυρ Κώστα. Του ζήτησε να της εξηγήσει τι εννοεί. Αρνήθηκε.
Τον ρώτησε ξανά και ξανά, ώσπου κάποια στιγμή, η άμυνα του Αντώνη λύγισε. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς και ανάμεσα στα αναφιλητά του, βρήκε τη δύναμη να της αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Της είπε για το νέο πρόβατο του θείου του, για το μόσχευμα και για τον αριστερό μαστό. Της είπε, ακόμη, για την τηλεφωνική συζήτηση που είχαν, πριν ο κυρ Κώστας χάσει τις αισθήσεις του και για το σπέρμα που ήπιαν, εκείνος και η Πηνελόπη, πριν του τηλεφωνήσουν, νομίζοντας πως ήταν γάλα. Η κυρία Μαίρη τον άκουγε, σοκαρισμένη.
¨Δηλαδή, Αντώνη μου¨ τον διέκοψε κάποια στιγμή ¨η προβάτα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο μαντρί σας, έχει ένα πραγματικό, ανδρικό πέος στη θέση του μαστού της;¨
¨Ναι κυρία Μαίρη¨ απάντησε αυτός ¨ένα κανονικό πέος, σαν αυτό του άντρα σας, που λειτουργεί φυσιολογικά, έρχεται σε στύση και παράγει σπέρμα¨
¨Αχ, παιδί μου, ποιος άντρας μου; Χήρα είμαι. Ο άνδρας μου έχει πεθάνει εδώ και οκτώ χρόνια. Πες μου, όμως, μου λες αλήθεια για αυτήν την προβάτα; Είσαι σίγουρος για όλα αυτά;¨
¨Φυσικά είμαι σίγουρος. Η μεταμόσχευση έγινε στην κλινική όπου εργάζομαι¨
Η κυρία Μαίρη δεν απάντησε. Σταμάτησε απότομα τη συζήτηση, μουρμούρισε ¨έλα Χριστέ και Παναγία, τι άλλο θα ακούσουν τα αυτιά μου¨, του είπε για μια ακόμη φορά, πως δεν έφταιγε εκείνος για το θάνατο του θείου του και τον χαιρέτισε βιαστικά, λέγοντάς του πως έπρεπε να φύγει αμέσως, διότι θυμήθηκε πως είχε μια επείγουσα δουλειά.

Το βράδυ, ο Αντώνης αποφάσισε να διανυκτερεύσει στο σπίτι της θείας του. Το επόμενο πρωί, την ενημέρωσε πως θα έπαιρνε μαζί του την προβάτα για να την επιστρέψει στην κλινική, ήπιε βιαστικά τον καφέ του και κίνησε για το μαντρί, ώστε να την βρει και να την πάρει στο αυτοκίνητό του.

Φτάνοντας, παρατήρησε πως η πόρτα του φράχτη, ήταν ανοιχτή. ¨Θα είχε ξεχάσει να την κλείσει ο θείος, μετά το άρμεγμα¨ σκέφτηκε και προχώρησε.
Μπαίνοντας, είδε όλα τα ζώα στις θέσεις τους. Η προβάτα, όμως, δεν ήταν εκεί. Όσο κι αν έψαξε, δεν κατόρθωσε να την εντοπίσει πουθενά. Σαν να είχε ανοίξει η γη και να την είχε καταπιεί. Τηλεφώνησε, αγχωμένος, από το κινητό, στη θεία του και τη ρώτησε αν την είχε μετακινήσει . Η απάντησή της, ήταν αρνητική.

Ξάφνικά, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κλείσει το τηλέφωνο, το μάτι του έπεσε σε ένα χάρτινο σημείωμα που ήταν καρφωμένο με μια πρόκα, στον τοίχο του μαντριού, δίπλα ακριβώς από το σημείο, όπου έπρεπε να βρίσκεται η προβάτα. Δίχως να το αναφέρει στην Πηνελόπη, την αποχαιρέτισε, λέγοντας της πως θα συνεχίσει να ψάχνει, πλησίασε, το τράβηξε από τον τοίχο και ξεκίνησε να διαβάζει: ¨Αντώνη μου, ο Θεός να με συγχωρέσει, δεν είμαι κλέφτρα, αλλά την προβάτα σας τη χρειάζομαι. Οκτώ χρόνια μοναξιάς είναι αυτά, οκτώ χρόνια χωρίς τον Γιώργο μου. Το έχω ανάγκη αυτό το μόσχευμα, παιδί μου. Συγχώρεσε με και σε παρακαλώ, μην το πεις στη θεία σου. Την ευχή μου να έχεις¨.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, σοκαρισμένος ακόμα, από αυτό που μόλις είχε διαβάσει, άκουσε το κινητό του να χτυπάει. Ήταν η Πηνελόπη.
¨Τι έγινε Αντωνάκη, τη βρήκες;¨ τον ρώτησε. Η ταραχή του ήταν τόσο έντονη, στο άκουσμα της ερώτησής της, που έχασε εντελώς τα λόγια του.
¨Τι έπαθες παιδί μου και δεν μιλάς;¨ συνέχισε εκείνη ¨πες μου, επιτέλους, τι συμβαίνει με την προβάτα. Τη βρήκες ακόμα;¨
¨Μισό λεπτό, θεία¨ της είπε, άφησε το κινητό στο χώμα και άναψε τσιγάρο. Μετά από μερικές τζούρες και κάμποσες βαθιές ανάσες αμηχανίας, πήρε ξανά το τηλέφωνο στο χέρι του και της απάντησε.
¨Τη βρήκα, φυσικά. Πίσω από το στάβλο ήταν, είχε βγει έξω και έκοβε βόλτες μόνη της. Θα την πάω στο αυτοκίνητο τώρα και θα φύγουμε αμέσως για Αθήνα, μην ανησυχείς¨
¨Εντάξει, καμάρι μου. Καλό δρόμο να έχετε. Πάρε με τηλέφωνο αμέσως μόλις φτάσεις στο σπίτι σου¨
¨Θα σε πάρω, θεία. Σε αφήνω τώρα για να την πάω στο αμάξι. Τα λέμε αργότερα¨
¨Γεια σου Αντώνη μου¨
¨Α! Να σου πω, θεία, για να μην το ξεχάσω¨ της φώναξε, πριν η Πηνελόπη προλάβει να κλείσει το τηλέφωνο.
¨Πες μου, ψυχή μου, τι είναι;¨
¨Να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στην κυρία Μαίρη¨
¨Ευχαρίστως, καμάρι μου. Θα τους δώσω τώρα αμέσως, γιατί είναι εδώ, δίπλα μου. Ήρθε πριν δέκα λεπτά και μάλιστα, έφερε να πιούμε γάλα από μια νέα προβάτα που αγόρασε και άρμεξε σήμερα. Κρίμα που δεν την πρόλαβες, για να το δοκιμάσεις κι εσύ…¨

  • Digg
  • del.icio.us
  • Facebook
  • Google Bookmarks
  • E-mail this story to a friend!
  • Live
  • MySpace
  • StumbleUpon
  • Technorati
  • Yahoo! Buzz
  • BlinkList
  • Reddit
  • Netvibes
  • Twitter
  • Yahoo! Bookmarks

Τα σχόλιά σας


Αναρτήστε το σχόλιό σας





Bottom